Οι προκλήσεις και τα νέα δεδομένα στον τομέα της παιδείας

 

 

Οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες έχουν λάβει χώρα στον τομέα της παιδείας, τα τελευταία χρόνια έχουν συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην απαξίωση φορέων και θεσμών, που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα πεδία της εκπαίδευσης. Σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και στα πλαίσια εξευρωπαϊσμού της χώρας μας, υπάρχει μια τάση απαγκίστρωσης από τα στερεότυπα μοτίβα των ευθυνών του κράτους απέναντι στους διαφόρους κοινωνικούς τομείς. Σαν ιδεολογικό υπόβαθρο, ο σταδιακός απογαλακτισμός των μαθητών από το σχολείο, ταιριάζει απόλυτα στα δυτικά πρότυπα εκπαίδευσης της λεγόμενης γενιάς των boomers (γενιά του ’90), αλλά η παραδοχή της καταλληλότητας του για τα ελληνικά δεδομένα, είναι ένα άλλο ζήτημα. Στον αιώνα της μαζικής πληροφόρησης και αφύπνισης, στην εποχή που κανένας τομέας της γνώσης δεν θεωρείται δυσεύρετος (πόσο μάλλον απαγορευμένος), συμβαίνει το εξής άτοπο. Οι μαθητές έχουν τη γνώση στα χέρια τους και δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν. Η ευθύνη των κρατικών μηχανισμών όσον αφορά παθογένειες όπως η έλλειψη συντονισμένης λειτουργίας αυτών είναι δεδομένη. Η έλλειψη κινήτρων και η οικονομική περιδίνηση, στην οποία έχει περιέλθει η χώρα, θεωρούνται επίσης δεδομένα. Ποια εποχή όμως στην ιστορία της Ελλάδας τουλάχιστον, επέβαλλε τόσο ριζικές αλλαγές, οι οποίες έχουν σαν αρχή τον πολίτη-μαθητή και σαν τελικό αποδέκτη το ίδιο το κράτος;

 

 

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80-’90 η εκπαίδευση στην Ελλάδα είχε μια άκρως βάρβαρη μορφή. Οι εξελίξεις στο οικονομικό γίγνεσθαι του δυτικού κόσμου, επέβαλλαν την αφομοίωση της γνώσης σε ρυθμούς καταιγιστικούς και συχνά πυκνά επικίνδυνους για τους μαθητές. Στην τάξη κυριαρχούσε το μοτίβο του μαθητή, που ζούσε για να διαβάζει, δεν είχε προσωπική ζωή, ενώ ο μόνος του στόχος ήταν η επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις. Η ατομική απαξίωση του μαθητή έγκειτο στον χλευασμό, τον οποίο δεχόταν από τους συμμαθητές, τους καθηγητές και την ίδια του την οικογένεια, σε περίπτωση που δεν ήταν προετοιμασμένος κατάλληλα ή δεν κατάφερνε εν τέλει να εξασφαλίσει τη λειτουργία των αφομοιωτικών του μηχανισμών.  Η ταμπέλα του αποτυχημένου, που δεν κατάφερνε να μπει στο πανεπιστήμιο ήταν η ρετσινιά των νεαρών boomers, οι οποίοι επιτάσσονταν στην κυριολεξία, στο όνομα των αποτελεσμάτων πάσης φύσεως.

 

 

Για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα και με στατιστικά στοιχεία, από τη δεκαετία του ’90, με το άνοιγμα της στρόφιγγας της πληροφορίας, ένας μαθητής καλείτο να αφομοιώσει σε μια εβδομάδα, όσα ένας πρόγονός του θα αφομοίωνε σε δέκα χρόνια, τον περασμένο αιώνα! Η έκρηξη στην ανάπτυξη τη δεκαετία του ’90 στο δυτικό κόσμο δημιούργησε ρευστά κοινωνικά μοντέλα, τα οποία δεν άργησαν να στερεοποιηθούν και να παγιώσουν μια δυσλειτουργία, η οποία έφερε ολόκληρο το δυτικό κόσμο στο «λυκόφως» της εκπαίδευσης. Ο οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος μπορούσε να το προβλέψει αυτό, με τη μόνη διαφορά όμως, πως στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, ο σκοπός άγιαζε τα μέσα, καθότι σε αυτή τη ζωή ή γιατρός-δικηγόρος θα ήταν κάποιος ή σκουπιδιάρης. Οι εγγενείς φοβίες, τα απωθημένα και τα σύνδρομα ανωτερότητας και κατωτερότητας (που είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος) είναι οι κατεξοχήν εκείνοι παράγοντες, οι οποίοι δημιούργησαν τα υποστρώματα εκείνα για να ταυτιστεί η εκπαίδευση με το νοητικό βασανισμό. Ποιος φταίει όμως; Το κράτος σίγουρα, κατά πολλούς. Ο οικογενειακός χώρος ίσως; Η ανοχή; Η έλλειψη πραγματικών οραμάτων; Η απουσία του λόγου ύπαρξης της ανάγκης για συσσώρευση τέτοιων ποσοτήτων πληροφοριών;

 

 

Το έργο το έχουμε ξαναδεί, όπως λέει και ο λαός και εκείνοι που ακόμα γνωρίζουν κάποια ίχνη ιστορίας, ας θυμηθούν την απαξίωση του εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού της Ρωσίας, όταν το σοβιετικό μοντέλο συνετρίβη.  Αυτή η απαξίωση πήρε τη μορφή του εκφυλισμού και του ύστατου ξεπεσμού, όταν στρατιές πτυχιούχων κοριτσιών μαγεμένες από το αμερικανικό όνειρο αντάλλασαν αξιοπρέπεια για ύλη, τα περαιτέρω μας είναι γνωστά και φυσικά μένουν ασχολίαστα. Η Ρωσία, όμως, κατάφερε να αναστηλωθεί και να ξανααναπτύξει την πρωτέρα της ισχύ με την καθιέρωση ενός πολιτειακού συστήματος, το οποίο βασίζεται στην πολιτική πυγμή και στην ταχύτητα ανάληψης αποφάσεων. Και τα δύο εκλείπουν από την Ελλάδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορεί ο μέσος μαθητής να ασκήσει τη δική του πυγμή και να καταξιώσει εαυτόν ακόμα και μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες.

 

 

Το παιχνίδι της απαξίωσης και της υποβάθμισης μαθημάτων όπως η ιστορία, θα πρέπει να αποτελέσει παρελθόν, μαύρο μεν παρελθόν δε. Επειδή το κράτος βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης, τούτο δε σημαίνει πως ο οικογενειακός χώρος δεν θα πρέπει να δίνει κίνητρα στα παιδιά προκειμένου να αναζητήσουν τα δικά τους γνωστικά μονοπάτια! Σήμερα αυτή η διαδικασία γίνεται με τον λάθος τρόπο. Οι γονείς σε μεγάλο βαθμό δεν μπορούν να αντιδράσουν στην κοινωνική τρομοκρατία και τα παιδιά βρίσκουν διέξοδο σε γνωστικά πεδία, τα οποία απέχουν παρασάγγες από την αμιγή παιδεία και την δόμηση των κανόνων συμπεριφοράς, που θα καθορίσουν τη θέση τους στις κοινωνίες του αύριο. Η γνώση βρίσκεται παντού, το κράτος έχει αποτύχει στην διαμοίραση αυτής, αλλά η οικογένεια βρίσκεται όσο ποτέ άλλοτε μπροστά στην πρόκληση της δόμησης και της εκπαίδευσης των νέων. Κρατική αποσύνθεση δεν σημαίνει αναγκαστικά θεσμική απαξίωση. Το αντίθετο μάλιστα! Μέσα από την κρίση αξιών, η ελληνική οικογένεια μπορεί να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της, διαμορφώνοντας τα νέα όρια μιας αναδυόμενης κοινωνίας και προτρέποντας τα παιδιά να «παίξουν για τη φανέλα», δηλαδή να αφομοιώσουν τη γνώση για τη γνώση.

 

Αλέξανδρος Μπούφεσης

Βιοχημικός